ξένος

ξένος, η, ον чужеземный; сущ. друг чужеземец, т.е.: 1. человек, заключающий с другим союз гостеприимства и покровительства в чужом городе (ср. кунак); 2. наемник, солдат (ср. ксенофобия - неприятие чужеземцев)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ξένος" в других словарях:

  • ξένος — 1 guest friend masc nom sg ξένος 2 guest friend masc nom sg ξένος 2 guest friend masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξένος — Επώνυμο αγωνιστών του 1821, κυριότεροι από τους οποίους ήταν οι εξής: 1. Εμμανουήλ. Λόγιος και αγωνιστής του ‘21 από την Πάτμο. Ανήκε στη μεγάλη οικογένεια των Ξ., από την οποία προερχόταν και ο μεγαλέμπορος της Οδησσού Βασίλειος, στο πλευρό του… …   Dictionary of Greek

  • ξένος — η, ο 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε άλλον: Κι όταν ακούω ξένο παιδί κοντά, μάνα να λέει, μου σχίζεται η καρδιά μου (Σολωμός). 2. αυτός που κατάγεται από ξένη χώρα ή προέρχεται από ξένη χώρα: Ξένη εμπορική αποστολή. 3. φιλοξενούμενος: Απόψε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ξένος — [ксэнос] иг. чужеземный, иностранный, чужой, чуждый …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ξένος — [ксэнос] ουσ. а иностранец …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ξένος, Στέφανος — (Σμύρνη 1821 – Αθήνα 1894). Έλληνας συγγραφέας. Αξιωματικός του ιππικού στην αρχή, άρχισε ύστερα από μια σοβαρή ασθένειά του, να ταξιδεύει για αναψυχή στην Ελλάδα και στην Κωνσταντινούπολη, όπου το γραφικό περιβάλλον, που ήταν επίσης γεμάτο… …   Dictionary of Greek

  • Κορώνης, Ξένος — (11ος αι.). Βυζαντινός υμνογράφος από την Κορώνη. Διετέλεσε πρωτοψάλτης της Αγίας Σοφίας. Έγραψε εγχειρίδιο μουσικής, στο οποίο πραγματεύεται τους ήχους και τις φθορές της βυζαντινής μουσικής. Συνέθεσε τα ανοιξαντάρια (ύμνοι που ψάλλονται στον… …   Dictionary of Greek

  • ξενώτερον — ξένος 2 guest friend adverbial comp ξένος 2 guest friend masc acc comp sg ξένος 2 guest friend neut nom/voc/acc comp sg ξένος 2 guest friend masc acc comp sg ξένος 2 guest friend neut nom/voc/acc comp sg ξένος 2 guest friend adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξένω — ξένος 1 guest friend masc nom/voc/acc dual ξένος 1 guest friend masc gen sg (doric aeolic) ξένος 2 guest friend masc/neut nom/voc/acc dual ξένος 2 guest friend masc/neut gen sg (doric aeolic) ξένος 2 guest friend masc/fem/neut nom/voc/acc dual… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξένον — ξένος 1 guest friend masc acc sg ξένος 2 guest friend masc acc sg ξένος 2 guest friend neut nom/voc/acc sg ξένος 2 guest friend masc/fem acc sg ξένος 2 guest friend neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξένως — ξένος 1 guest friend masc acc pl (doric) ξένος 2 guest friend adverbial ξένος 2 guest friend masc acc pl (doric) ξένος 2 guest friend adverbial ξένος 2 guest friend masc/fem acc pl (doric) ξενόω make one s friend and guest imperf ind act 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.